July 23, 2020

Μάτι – Το χρονικό

Ήταν 23 Ιουλίου του 2018. Για εκείνη την ημέρα, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είχε ορίσει τον κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς στο 4 (Πολύ Υψηλός), ένα μόλις βήμα πριν το 5 (Κατάσταση Συναγερμού), ενώ η πρόγνωση της μετεωρολογικής υπηρεσίας έκανε λόγο για δυτικούς ή βορειοδυτικούς ανέμους που θα έφταναν μέχρι και τα 6 μποφόρ. Για αρκετές ώρες, η συγκεκριμένη πρόβλεψη θα αποδεικνυόταν σωστή.

Λίγο μετά τις 12 το μεσήμερι, οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες που κινούνται στους δρόμους της πρωτεύουσας κοιτούν έντρομοι τον ουρανό και συνειδητοποιούν πως κάτι πολύ κακό έχει συμβεί. Είναι η φωτιά της Κινέτας που έχει ξεσπάσει πριν λίγο στο δυτικό άκρο της Αττικής και έχει καλύψει τον ουρανό του λεκανοπεδίου με ένα απόκοσμο, μαυροκόκκινο σύννεφο καπνού.

Η φωτιά, με τη βοήθεια των ανέμων, κινείται ταχύτατα (αγγίζοντας τα 100 χλμ / ώρα) και περνά κυριολεκτικά πάνω από την Εθνική Οδό Αθηνών – Κορίνθου με ολομέτωπη κατεύθυνση προς τους οικισμούς της περιοχής. Η εντολή είναι σαφής: άμεση εκκένωση. Η εκκένωση πραγματοποιείται με επιτυχία και λίγο αργότερα, οι οικισμοί Γαλήνη, Πανόραμα 1, 2, και 3 παραδίδονται στις φλόγες, ενώ σε μικρότερη κλίμακα καίγονται σπίτια και στην Κινέτα. Το χειρότερο σενάριο έχει αποφευχθεί και πλέον οι πυροσβεστικές δυνάμεις επικεντρώνονται στο να ελέγξουν τη φωτιά, κάτι που θα αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο.

Αυτό που δεν γνωρίζουν ωστόσο, είναι πως η τραγική 23η Ιούλη, έχει μόλις ξεκινήσει

Γύρω στις 16:40 το απόγευμα ξεσπά φωτιά στην Πεντέλη, στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, στο ανατολικό άκρο της Αττικής. Την ίδια περίπου ώρα, η φωτιά στην Κινέτα έχει πια γιγαντωθεί και μαίνεται ανεξέλεγκτη με τις πυροσβεστικές δυνάμεις να καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να την περιορίσουν. Στην Πεντέλη η κατάσταση μοιάζει εντελώς διαφορετική, καθώς η φωτιά καίει χαμηλή βλάστηση και ακολουθεί τη συνηθισμένη διαδρομή προς τον Διόνυσο, δίνοντας την εικόνα πως -εύκολα ή δύσκολα- θα τεθεί υπό έλεγχο.

Μισή ώρα αργότερα, ο άνεμος αλλάζει. Βαθμιαία πιάνει τα 7,8,9 και 10 μποφόρ, αγγίζοντας ταχύτητες που αποτελούσαν ρεκόρ 8ετίας για την ευρύτερη περιοχή. Από τις 17.30 και έπειτα, ο άνεμος μαίνεται στην ανώτατη βαθμίδα της κλίμακας, τα 12 μποφόρ, και με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 124 χλμ / ώρα δημιουργεί ένα πύρινο καταβατικό μέτωπο που κινείται προς την Ιερά Μονή Παντοκράτορος και πλέον απειλεί ανοιχτά τη Ραφήνα, το Νέο Βουτζά και το Μάτι.

Οι παιδικές κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα εκκενώνονται και 1.400 παιδιά απομακρύνονται μέσω της λεωφόρου Διονύσου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παραθεριστικά θέρετρα της Πολεμικής Αεροπορίας και του Στρατού Ξηράς που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.

Ο άνεμος αλλάζει κατευθύνσεις και δημιουργεί σύγχυση στις πυροσβεστικές δυνάμεις που δυσκολεύονται να προσδιορίσουν πού πρέπει να παραταχθούν. Βλέποντας το πύρινο μέτωπο να κατεβαίνει, επιλέγουν να αμυνθούν στη Λεωφόρο Μαραθώνος, θεωρώντας πως αυτή θα αποτελέσει σύμμαχο και εμπόδιο στην εξάπλωση της πυρκαγιάς.

«Η φωτιά δεν θα περάσει, το Μάτι δεν έχει καεί ποτέ»

Οι κάτοικοι καταγγέλλουν πως χάνεται πολύτιμος χρόνος στη λεωφόρο Μαραθώνος και υποστηρίζουν πως οι πυροσβεστικές δυνάμεις θα έπρεπε να έχουν συνειδητοποιήσει πως η επέλαση της φωτιάς δεν μπορεί να ανακοπεί. Τονίζουν πως οι προτεραιότητες θα έπρεπε να αλλάξουν και όλο το βάρος να πέσει στο Μάτι. Να ειδοποιηθεί ο κόσμος, να πραγματοποιηθεί έστω και πρόχειρη εκκένωση.

Ο κάτοικος της περιοχής, Δημήτρης Αλεξανδρής, θα πει πως «υπήρχε μία αίσθηση εδώ, ότι η Λεωφόρος Μαραθώνος λειτουργεί σαν αντιπυρική ζώνη». Μια αίσθηση που, καθώς η φωτιά μεταδίδεται από τις κορυφές των δέντρων με τους ανέμους να πνέουν μανιασμένα, θα αποδειχθεί εσφαλμένη.

Όταν η φωτιά πλησιάζει τη Μαραθώνος, το αρχικό σχέδιο καταρρέει. Οι φλόγες περνούν με ευκολία μέσα σε λίγα λεπτά την -20 μέτρων πλάτους- λεωφόρο και πλέον κατευθύνονται προς το Κόκκινο Λιμανάκι και το Μάτι, την πιο ευαίσθητη περιοχή ολόκληρης της Ανατολικής Αττικής, μια πραγματική πυριτιδαποθήκη με χιλιάδες κατοίκους και επισκέπτες που στην πλειοψηφία τους δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί τι συμβαίνει, χιλιάδες στρέμματα πευκόδασους που λειτουργούν σαν πυροκροτητής και ένα δαιδαλώδες πολεοδομικό μοντέλο που λειτουργεί σαν λαβύρινθος.

Οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής, πλην ενός οχήματος που βρίσκεται στη λεωφόρο Δημοκρατίας, αποκλείονται στη Μαραθώνος. Η φωτιά έχει εξαπλωθεί από την Πεντέλη στη Μαραθώνος μέσα σε μισή ώρα και από κει και έπειτα χρειάστηκαν μόλις 15 με 20 λεπτά για να φτάσει ως τη θάλασσα. Μέχρι τις 18:30, το Μάτι είχε καεί ολοσχερώς.

«Δεν χτυπήσανε καμπάνες, δεν χτυπήσανε σειρήνες, δεν ειδοποίησε κανείς»

Αυτή ήταν η μαρτυρία της συζύγου του σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, Φοίβης. Αυτή, όπως και πολλοί άλλοι, περιγράφουν μια κατάσταση, στην οποία οι κάτοικοι θεωρούν πως η φωτιά απειλεί την Πεντέλη ή τον Βουτζά, σε καμία περίπτωση όμως το Μάτι. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα πάντα αλλάζουν.

Κάτοικοι και παραθεριστές προσπαθούν να ξεφύγουν από τις φλόγες και στις μαρτυρίες τους περιγράφουν την ταχύτατη μετάδοση της πυρκαγιάς αλλά και το πόσο δύσκολο ήταν κανείς να προβλέψει το προς τα που πρέπει να κατευθυνθεί. Η φωτιά μεταδίδεται χαοτικά προς όλες τις κατευθύνσεις και η δαιδαλώδης πολεοδομία της περιοχής δημιουργεί παγίδες. Μοναδική διέξοδος, η διαφυγή προς τη θάλασσα.

Το μεγαλύτερο δράμα γράφεται στο μοιραίο οικόπεδο της οδού Δημοκρατίας. Αρχικά, μια ομάδα 47 ανθρώπων περνάει μέσα από το οικόπεδο, αναζητώντας απεγνωσμένα τη θάλασσα. Με τη βοήθεια και των ιδιοκτητών βρίσκουν το πέρασμα που τους επιτρέπει να ξεφύγουν. Λίγο αργότερα, μια ομάδα 26 ανθρώπων ακολουθεί την ίδια διαδρομή. Μες στους καπνούς και τις φλόγες, αδυνατούν να εντοπίσουν το πέρασμα και παγιδεύονται.

Οι μαρτυρίες όσων επέζησαν αποκαλύπτουν και τα τεράστια επιχειρησιακά λάθη που βαρύνουν Πυροσβεστική και Αστυνομία. Η αποτυχία της Πυροσβεστικής να διαβάσει γρήγορα την κατεύθυνση των ανέμων που προμήνυε πως το Μάτι κινδυνεύει και η ανώφελη συγκέντρωση των δυνάμεων στη Λεωφόρο Μαραθώνος με την μάταιη ελπίδα πως αυτή μπορεί να λειτουργήσει σαν φυσικό οχυρό, σε συνδυασμό με την τουλάχιστον προβληματική ρύθμιση της κυκλοφορίας από πλευράς των αστυνομικών δυνάμεων, δημιούργησαν ένα μείγμα που οδήγησε στην πλήρη αποτυχία του επιχειρησιακού σχεδιασμού, στη συνειδητοποίηση της οποίας ακολούθησε πανικός και αποδιοργάνωση.

«Κάνε στην άκρη, μη σε πατήσω»

Πρόκειται για μια από τις πιο εύγλωττες μαρτυρίες εκείνων των ημερών. Κάτοικοι που ξέρανε καλά την περιοχή, μπορούσαν ακόμα και σε συνθήκες πανικού να καταλάβουν τον λάθος συντονισμό των επιχειρησιακών δυνάμεων. Ένας από αυτούς, φεύγοντας από το Μάτι με το αυτοκίνητό του, πέφτει σε αστυνομικό μπλόκο που του ζητά να κατευθυνθεί προς Ραφήνα μέσω παράκαμψης που οδηγούσε στη φλεγόμενη παραλιακή λεωφόρο. Η απάντησή του, αφοπλιστική: Κάνε στην άκρη, μη σε πατήσω.

«Δεν υπήρχε ένα περιπολικό να πει ώπα, δεν πάει ο δρόμος. Γυρίστε πίσω, πηγαίντε Μαραθώνα. Δεν έπρεπε να στείλουν κανέναν άνθρωπο στο Μάτι. Μας εγκλωβίσανε και κάηκε ο κόσμος τζάμπα. Λες και ήτανε σχέδιο δολοφονίας αυτό το πράγμα», λέει αυτόπτης μάρτυρας στην κάμερα του Alpha, λίγες μέρες μετά.

«Θέλω να ρωτήσω τους υπευθύνους, γιατί την ώρα της φωτιάς, που κατέβαινε από τον Βουτζά, φέρνανε όλη την κυκλοφορία από τη Ραφήνα προς τη λεωφόρο Ποσειδώνος; Και αυτός ο δρόμος μπλοκάρισε από τη Ραφήνα στον Κάβο που καήκαμε όλοι κι εδώ στην Περικλέους που δεν μπορούσανε να στρίψουν, να φύγουν τα αυτοκίνητα. Ήρθε όλη η κίνηση εδώ. Και από την άλλη μεριά», είναι η μαρτυρία ενός κατοίκου της περιοχής.

Μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα στο Μάτι, κάποια από τα οποία κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση

 

Τα πρώτα πυροσβεστικά και αστυνομικά οχήματα μπαίνουν στο Μάτι στις 3 τα ξημερώματα. Ακόμα δεν υπάρχει σαφής εικόνα για τον αριθμό των θυμάτων και το μέγεθος της καταστροφής. Μόνο με το πρώτο φως της ημέρας θα αρχίσει να αποκαλύπτεται σταδιακά το μέγεθος της τραγωδίας. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν καταφέρει να σωθούν είτε προλαβαίνοντας να βγουν από τον οικισμό είτε -κυρίως- μέσω της θάλασσας, από όπου υπολογίζεται πως περισυνελέχθησαν περισσότερα από 1.500 άτομα χάρη και στη συνδρομή μικρών καϊκιών της περιοχής.

Όμως, 102 άτομα θα χάσουν τη ζωή τους. 26 από αυτούς σφιχταγκαλιασμένοι στο «οικόπεδο του θανάτου», ενώ άλλοι 10 θα πνιγούν κατά τη βύθιση του πλοίου που επιχείρησε μέσω θάλασσας να εκκενώσει ένα αποκλεισμένο ξενοδοχείο.

Χιλιάδες σπίτια, αυτοκίνητα και στρέμματα πευκόδασους καταστρέφονται. Το Μάτι δεν υπάρχει πια.

 

 

Leave a Reply

%d bloggers like this: