May 21, 2020

Ιερέας απαντά στη Γιαμαρέλλου: Ο Χριστός έδωσε μεγάλη βάση στην διάκριση τύπου και ουσίας

Ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν περισσότερο (έως και ταλαιπώρησαν) τον δημόσιο διάλογο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ήταν το αν τελικά μεταδίδεται ο ιός μέσω της Θείας Κοινωνίας. Ένα ερώτημα για το οποίο η απάντηση θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη, όμως στην Ελλάδα του 2020 ακόμα κι αυτό είναι ακόμα προς συζήτηση.

Και πώς να μην είναι δηλαδή, όταν η Ελένη Γιαμαρέλλου, μια κορυφαία λοιμωξιολόγος και καθηγήτρια πανεπιστημίου, γνωστή για το συγγραφικό της έργο και μέλος μάλιστα της επιτροπής λοιμωξιολόγων υπό τον Σωτήρη Τσιόδρα που κλήθηκε να συντονίσει την άμυνά μας απέναντι στον ιό, υποστηρίζει δημόσια πως «τα άτομα που θέλουν να κοινωνήσουν, δεν πρέπει να φοβούνται ότι από τη θεία κοινωνία μπορεί να μεταδοθεί ποτέ μικρόβιο».

Ο ντόρος που προκλήθηκε μετά από αυτή τη δήλωση ήταν αναμενόμενος. Όσοι πιστοί επιθυμούσαν να κοινωνήσουν, είχαν μόλις βρει το καλύτερο επιχείρημα δια στόματος μιας διακεκριμένης λοιμωξιολόγου. Από την άλλη μεριά, συνάδελφοί της ακαδημαϊκοί προσπαθούσαν “με όμορφο τρόπο” να της εξηγήσουν το προφανές, ότι δηλαδή κακώς έμπλεξε επιστήμη με θρησκεία ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο και ειδικά με την ιδιότητα που έχει.

Την ίδια στιγμή, οι γιατροί της «πρώτης γραμμής» ενάντια στην πανδημία, δεν ήταν το ίδιο ευγενικοί μαζί της, ζητώντας ευθύς εξ αρχής την πειθαρχική της τιμωρία, μέσω ανακοινώσεων που εξέδωσαν τα σωματεία τους. Με όποιον τρόπο και να της εξηγήθηκε πως η συμπεριφορά της είναι μέγιστο “φάουλ”, η Ελένη Γιαμαρέλλου όχι μόνο δεν κατάλαβε, αλλά επανήλθε κιόλας.

«Εγώ το λέω και το πιστεύω, όσοι κοινωνήσουν δεν θα κολλήσουν τον κορωνοϊό», δήλωσε πρόσφατα (περίπου ένα μήνα μετά τις αρχικές της δηλώσεις), φροντίζοντας παράλληλα να έχει έτοιμο και το άλλοθι: «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δε θα πάει αλλού την άλλη μέρα και δε θα κολλήσει… και μετά να ενοχοποιεί το μυστήριο». Ακόμα και όταν της θύμιζαν την περίπτωση του γκρουπ των πιστών που επέστρεψε με 23 κρούσματα ύστερα από εκδρομή στους Άγιους Τόπους (στην αρχή μάλιστα της επιδημίας, όταν ακόμα η Ελλάδα μετρούσε μόλις 8 κρούσματα), εκείνη φρόντιζε να διασκεδάζει τις εντυπώσεις:

«Αυτό δε σημαίνει τίποτα, ότι πας να επισκεφτείς. Και αυτός που μπαίνει μέσα στην εκκλησία μπορεί να περάσει COVID. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Τώρα μιλάμε για το μυστήριο». Έτσι έχουν τα πράγματα λοιπόν στης Γιαμαρέλλου το ανάγνωσμα. Πας στην ενορία της γειτονιάς σου να μεταλάβεις και είσαι προστατευμένος, ταξιδεύεις χιλιόμετρα για να βαδίσεις στα βήματα του Κυρίου και υπάρχει πάντα η πιθανότητα να κολλήσεις.

Αφού λοιπόν η κορυφαία επιστήμονας τα έμπλεξε, αναμιγνύοντας τα θεολογικά που μάλλον δεν κατέχει με τα επιστημονικά που υποτίθεται τα έπαιζε στα δάχτυλα, ας της τα ξεδιαλύνει ένας άνθρωπος που μπορεί να μη διάβασε το «Νοσοκομειακές Λοιμώξεις / Αρχές και Πρόληψη» της καθηγήτριας Παθολογίας, Νοσολογίας, Λοιμωξιολογίας, Ελένης Γιαμαρέλλου, αλλά μάλλον πρόσεχε περισσότερο στο μάθημα της θεολογίας και γνωρίζει καλύτερα την ουσία της θρησκευτικής πίστης

Ο Χαράλαμπος Κοπανάκης, ιερέας στο χωριό Σοκαράς του Ηρακλείου, (προς τιμήν του) δε κρύφτηκε υπό τον φόβο της εξάπλωσης του νεοσυντηρητισμού και του αντίκτυπου που αυτός έχει σε πολλά κοινωνικά πεδία, μεταξύ αυτών και στη θρησκεία. Ούτε διάλεξε τον μεσοβέζικο τρόπο του «μην τα μπλέκετε» όπως το πολιτικό και ακαδημαϊκό προσωπικό της χώρας. Με κείμενό του παίρνει ξεκάθαρη θέση ενάντια στον αναθεωρητισμό που επιχειρείται, επικαλούμενος την πραγματική ουσία της θρησκευτικής πίστης και υπενθυμίζοντας τον ρόλο της επιστήμης.

Σύμφωνα με τον ιερέα από την Κρήτη:

«Την εποχή που αποφασίστηκε και υιοθετήθηκε η χρήση ίδιου για όλους κουταλιού, το τελευταίο που μπορούσαν να υποθέσουν οι άνθρωποι, ήταν η πιθανότητα μετάδοσης ασθενειών. Σκεφθείτε ότι μέχρι πριν έναν αιώνα, είχαμε άγνοια για τη χρησιμότητα του πλυσίματος των χεριών, ως νούμερο ένα πράξη προστασίας. Συνεπώς η απόφαση για την χρήση ενός κουταλιού με το οποίο θα κοινωνούν όλοι οι πιστοί, δεν λήφθηκε με υγειονομικά κριτήρια, αλλά καθαρά για πρακτικούς λόγους. Οι άνθρωποι τώρα, διαχρονικά έχουμε την τάση να κολλάμε στους τύπους, χάνοντας την ουσία. Για όσους έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τα θεολογικά, είναι γνωστό ότι ο Χριστός έδωσε μεγάλη βάση στην διάκριση τύπου και ουσίας.

Συνοψίζοντας, η ουσία για το Χριστιανισμό, είναι να μετέχουν οι πιστοί στη μετάληψη του Άρτου και του Οίνου της κοινής λατρείας. Το επουσιώδες, είναι ο τρόπος που θα γίνεται αυτό. Στις θρησκείες βέβαια, η σχέση με το παλαιό είναι περίεργη. Σχεδόν σε όλες τις θρησκείες, όποια πρακτική έρχεται από το παρελθόν, λαμβάνει θέση δόγματος, ακόμα και αν πρόκειται για πρακτικό θέμα, στο οποίο φυσιολογικά θα έπρεπε να υπάρχει ευελιξία. Επειδή λοιπόν είμαστε εγκλωβισμένοι σε αυτό τον τρόπο προσέγγισης της εκκλησιαστικής πραγματικότητας, ψάχνουμε απεγνωσμένα επιχειρήματα που να κατοχυρώνουν την θαυματουργική παρεμπόδιση μετάδοσης ασθενειών, μέσω του κοινού κουταλιού.

Τα επιχειρήματα όμως αυτά, καθόλου πειστικά δεν είναι, δεδομένου ότι δεν έχουμε επιστημονικά στοιχεία από παλαιότερες εποχές. Αυτό, θα ήταν εξάλλου αδύνατον, αφού οι εργαστηριακές αναλύσεις και οι στατιστικές μελέτες, είναι νέες πραγματικότητες. Το σίγουρο όμως που γνωρίζουμε, είναι ότι η θνησιμότητα τότε ήταν στα ύψη, λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης της ιατρικής επιστήμης.

Το κύριο τώρα επιχείρημα ημών των πιστών, ότι δηλαδή μέσω της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδονται ασθένειες που κολλάνε με το σάλιο, μάλλον είναι και υβριστικό. Κανείς για παράδειγμα δεν διανοείται να υποστηρίξει ότι ένα ζευγάρι που έκανε εκκλησιαστικό Γάμο και συνεπώς δέχθηκε τη Θεία Χάρη, είναι αδύνατον ποτέ να χωρίσει. Κανείς δεν διανοείται να υποστηρίξει ότι οι ασθενείς που ευλογούνται με το λαδάκι του ευχελαίου οπωσδήποτε θεραπεύονται. Θα ήταν επίσης φαιδρό να πούμε ότι κάποιος που βαπτίζεται, κλειδώνει απαραίτητα η ύπαρξη του στον Εκκλησιαστικό χώρο. Οι άνθρωποι δε που κάποια στιγμή δεχόμαστε χειροτονία και καθιστάμεθα κληρικοί, δεν χάνουμε μαγικά τις αδυναμίες μας. Τις κουβαλάμε και μάλιστα στις περισσότερες των περιπτώσεων τις μεγεθύνουμε στην πορεία.

Αυτά και πολλά άλλα που θα μπορούσαμε να πούμε, καταδεικνύουν ότι η πίστη δεν λειτουργεί με όρους μαγείας και αυτοματοποιημένους μηχανισμούς αναχαίτισης της όποιας φυσικής νομοτέλειας.

Κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πολύ εύκολο να αλλάξουμε τον τρόπο μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας, χωρίς να πλήττεται διόλου η ουσίας της πίστης.

Βέβαια δεν τρέφω ουδεμία αυταπάτη ότι αυτό πρόκειται να συμβεί. Το μόνο που διεκδικώ, είναι η ξεκάθαρη κατάθεση της γνώμης μου».

 

Αναδημοσίευση με την άδεια του Radio Nebula

Leave a Reply

%d bloggers like this: